H Αναγνώριση των Χαρισματικών Παιδιών 

Μια δύσκολη υπόθεση

Τα Τεστ Αναγνώρισης 


Η αναγνώριση των εξαιρετικά ικανών και χαρισματικών παιδιών είναι το πρώτο σημαντικό βήμα για τη σωστή ανατροφή τους και την αποφυγή καταστολής της διανοητικής και κοινωνικοσυναισθηματικής τους ανάπτυξης.

 

Στις αρχές του 20ου αιώνα αλλά, και για αρκετά χρόνια στην συνέχεια, η αναγνώριση των χαρισματικών παιδιών βασιζόταν αποκλειστικά σε Τεστ Νοημοσύνης. Οι εξελίξεις όμως στις θεωρίες νοημοσύνης αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης μεθόδου αναγνώρισης και απέδειξαν περαιτέρω ότι η νοημοσύνη δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά αποτελείται από ένα ενοποιημένο μείγμα ξεχωριστών τύπων νοημοσύνης, των οποίων η καλλιέργεια και ανάπτυξη επηρεάζεται τόσο από προσωπικούς όσο και από περιβαλλοντικούς παράγοντες.

 

Η ύπαρξη μοντέλων πολλαπλών παραγόντων έφερε στην επιφάνεια την αδυναμία των σημερινών τεστ νοημοσύνης να λειτουργούν σαν αξιόπιστη μέθοδος αναγνώρισης για όλα τα χαρισματικά παιδιά, διότι εκτός του ότι τα τεστ αυτά είναι προσαρμοσμένα στο να μετρούν μόνο τη λεκτική, λογικομαθηματική και χωρική νοημοσύνη, επιπλέον δεν λαμβάνουν υπόψη όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα την χαρισματικότητα.

 

Το αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτής ήταν η ανάπτυξη μοντέρνων μοντέλων αναγνώρισης τα οποία λαμβάνουν υπόψη πολλαπλούς παράγοντες.

 

Το ENTER Test

Ένα σύγχρονο μοντέλο αναγνώρισης θεωρείται το ENTER, το οποίο ανέπτυξαν οι Albert Ziegler & Heidrun Stöger, καθηγητές στο πανεπιστήμιο Ulm στη Γερμανία. Το ENTER είναι ένα ευέλικτο μοντέλο, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με τον κάθε παράγοντα που επηρεάζει την χαρισματικότητα.

 

Στόχος του είναι να εξετάσει, με απλούς τρόπους αρχικά, όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά για να ελαχιστοποιήσει το ποσοστό χαρισματικών παιδιών που μένουν χωρίς αναγνώριση, και στη συνέχεια, μέσα από 5 στάδια, να κάνει μια σε βάθος αναγνώριση των παιδιών, έτσι ώστε να μην αναγνωρίζονται σαν χαρισματικά παιδιά που στην πραγματικότητα δεν συγκαταλέγονται σε αυτή την κατηγορία.

 

Ακόμα ένα σημαντικό πλεονέκτημα του συγκεκριμένου μοντέλου είναι ότι καθιστά εφικτή την αναγνώριση ακόμη και σε παιδιά ηλικίας του νηπιαγωγείου. Διότι είναι επόμενο πως όσο συντομότερα γίνει η αναγνώριση, τόσο περισσότερες ευκαιρίες θα μπορέσουν και οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί να προσφέρουν στα παιδιά, ώστε όχι μόνο να αναπτύξουν τα ταλέντα τους αλλά και να προστατευτούν από τις αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από τη μη ικανοποίηση των αναγκών τους, τόσο στο νοητικό όσο και στο συναισθηματικό τους επίπεδο.

 

Γονείς που διστάζουν

Πολλά είναι τα ευεργετικά επακόλουθα της αναγνώρισης των χαρισματικών παιδιών, εντούτοις όμως παρατηρείται μία μεγάλη απροθυμία από μέρους των γονιών στο να κάνουν το βήμα αυτό, η οποία εν μέρη, φαίνεται να οφείλεται στην ανεπαρκή ενημέρωση που έχουν οι γονείς στο θέμα, όπως και στον περιορισμένο αριθμό μοντέλων αναγνώρισης που υπάρχουν στην χώρα τους.

 

Την κύρια όμως αιτία της διστακτικότητάς τους την συναντά κανείς στις προκαταλήψεις που επικρατούν στην κάθε κοινωνία αναφορικά με την χαρισματικότητα.

 

Οι προκαταλήψεις αυτές εμποδίζουν τόσο τους γονείς όσο και τους εκπαιδευτικούς από το να δουν το παιδί όπως πραγματικά είναι και κατά συνέπεια τους αποτρέπουν από το να απευθυνθούν σε ειδικό ώστε να επιβεβαιώσουν την χαρισματικότητα του και να ζητήσουν βοήθεια στην ανατροφή και καθοδήγηση του.

 

βιβλιογραφία: "Εκπαιδεύοντας παιδιά υψηλών ικανοτήτων μάθησης", Συλλογικό Έργο, επιμέλεια Ηλίας Γ. Ματσαγγούρας, κεφ. "Χαρισματικά Παιδιά: Προκαταλήψεις και Πραγματικότητα" της Καλλιόπης Ευέλθοντος